|
Τελευταία αφού επέστρεψα από το νησί μου , δημιούργησα την δική μου γκαλερί :χειροτεχνία για μοναχικά νησιά και ζωγραφική μόνο για τέτοια. Διεύρυνα τη ιδέα του τοπίου, μία από τις κολόνες του δυτικού πολιτισμού. Να διευθετηθούν όλοι οι περιορισμοί. Θα ζούσαμε όλοι σε ένα νησί, όπου όπως οι ψύλλοι που χοροπηδάνε γύρω θα αναζητούσαμε χρήματα και λύτρωση. Εμείς και ένα ζευγάρι εναπομεινάντων λυπημένων ελεφάντων, τους υπόλοιπους τους είχαμε ήδη φάει Όλο μαζί κολυμπάει μέσα στην πλούσια αλμυρή σούπα και κινείται σαν καυτή πατάτα μέσα στο Σύμπαν.
Τώρα αποσπώ τουλάχιστον το χειροκρότημα. Κάποιος με χτύπησε στον ώμο. Αν και ακόμα δεν άλλαξε κανέναν πίνακα ο ιδιοκτήτης, ο τοίχος δίπλα στον κόσμο ήταν ακόμα μάλλον γεμάτος.
Ευτυχώς, τουλάχιστον κανένας πίνακας -ανθρακωρύχος δεν θα πακεταριζόταν εκ νέου μέσα στην σαβούρα για να κλειδωθεί στην αποθήκη. Η καριέρα μου ως συγγραφέα μπορούσε να αρχίσει, ο κόμπος είχε ξηλωθεί!
Γνωρίζετε το ανέκδοτο με το χαρτί? Όχι? Λοιπόν, πάει κάπως έτσι:
Ένας συγγραφέας δούλευε πολλά χρόνια το μυθιστόρημά του. Πάνω από χίλιες σελίδες βρέθηκαν μαζί και καθώς ήταν έτοιμος, έστειλε το χειρόγραφο σε έναν εκδοτικό οίκο. Μετά από εβδομάδες αναμονής πήρε την ακόλουθη απάντηση: “ Δυστυχώς δεν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τα χαρτιά που μας προσφέρατε, γιατί ήδη είναι γραμμένα!”. Ήρθε ξανά πάνω στην γή.
Κάποιος πρέπει αυτά με ευγενή άμιλλα να βλέπει:την μία μέρα κάποιος χάνει , την επόμενη κερδίζει ο άλλος. Έτσι είναι ο κανόνας. Ο Vackor, ο παλιός μου φίλος από τα φοιτητικά μου χρόνια πάντα έλεγε: “Πηγαίνει προς τα κάτω αλλά όχι μόνο μία φορά! “Αυτό ταιριάζει και εδώ.
Λοιπόν, τώρα ήμουν συγγραφέας και δεν είχα πια αυτά τα προβλήματα.
Ένα φύλλο χαρτί και ένα μολύβι ήταν εντάξει. Καθώς βρίσκονταν παντού και επίσης επειδή όπως πολλοί συνάδερφοί μου μπορούσα να μεταφέρω στην ταβέρνα το γραφείο μου. Κάπου-κάπου ένα μικρό σχέδιο ούζου φτιαγμένο σε μία απόδειξη σιγούρευε το πνεύμα και με στόλιζε με δάφνες! Ο Κωνσταντίνος δεν ήταν πια μόνο ο οικοδεσπότης μου, Όχι, σε αυτόν δοκίμαζα πρώτα κάθε ανοησία την οποία πετούσα. Επίσης ο Delf, παλιός ροκάς , 141 χρόνια σε περιοδεία. Τον πήρα και αυτόν πάνω στην σχεδία σαν λέκτορα και συμβουλάτορα. Και συζητούσαμε πολύ, μερικές φορές πάρα πολύ. Αλλά πάντα ουσιαστικά :Λαγνεία, πάθος, τρέλα.
Επίσης ερχόταν τότε συχνά ο φοροεισπράκτορας και έκανε κατάσχεση τα χρήματα τα οποία τόσο επίμονα ζητούσε για να αγοράσει ούζο. Μετά πάντα έπρεπε να περάσουμε σε Βότκα λεμόνι. Μετά πίναμε στην υγεία της εφορίας όπως αρμόζει σε σωστούς μποέμ! Και καπνίζαμε την γόπα μέχρι το φίλτρο. Ακούγαμε πάντα το :knockin' on heaven's door” και βαρούσε δυνατά. Και καθώς δεν μας παρακολουθούσε κανένας ακροατής, μπορούσαμε να βαράμε όση ώρα θέλαμε. Έπρεπε να περιμένουμε καλώς ή κακώς τη Δευτέρα Παρουσία, όπου σκεφτόμασταν να πάμε με το κεφάλι ψηλά και με σημαίες.
Παίρναμε την υποχρέωσή μας σοβαρά, πολύ σοβαρά – Ο Κώστας κατάγεται από την Ελλάδα όπου ήταν η είσοδος του αρχαίου Άδη. Κατά κάποιο τρόπο, υποτάσσεται το ένα στο άλλο με πανέμορφο τρόπο. Είχα επιστρέψει ξανά στις ρίζες του πολιτισμού μας.
Ήταν ο καιρός , που οι φλαμουριές ήταν ανθισμένες. Ολόκληρη η Δυτική Στουτγκάρδη μοσχοβολούσε σαν μενεξές. Με αυτά και διάφορα άλλα την έκανες μία από τις επτά ομορφότερες χώρες του κόσμου. Και ξαφνικά ήμουν κάποιος, τουλάχιστον στην ταβέρνα και στην γύρω περιοχή.
Augoustin, Schlesinger και Er Vaquita , το προσωπικό μου Τρίγωνο των Βερμούδων. Ήταν σαν διακοπές. Ποιος θέλει τη θάλασσα?Πολύ αλμυρή!
Το ατελιέ μου βρισκόταν για κάποιον μοιραίο λόγο ανάμεσα σε δύο ταβέρνες. Το ένα ανήκε στον Αναστάσιο, το άλλο στον Κωνσταντίνο. Ήμουν περικυκλωμένος από ούζο! Ανάμεσά τους βρίσκονταν και τα προαναφερθέντα μπουρδέλα, αυτός είναι ο χούμος της λαμπρής ανάπτυξης της λογοτεχνίας. Από εδώ και πέρα έπρεπε να πιάσω τον ταύρο από τα κέρατα και όχι να τρικλίζω όπως παλιότερα.
Ο αξιοσέβαστος δάσκαλός μου Albrecht Goes, θεματοφύλακας της γερμανικής γλώσσας μου έλεγε πάντα:” Όταν μία πόρτα κλείνει, ποιος λέει ότι την ίδια στιγμή δεν θα ανοίξει και μία άλλη?”. Αυτό ήταν το σενάριο μου, επειδή πάντα έκλειναν δίπλα μου πολλές πόρτες. Καμία φορά βρισκόμουν μπροστά από μία σημαντική πόρτα. Ήταν τελικά τέτοια, που πετούσα τον σπόρο στον δρόμο πάνω από αυτήν. Η σπορά έπρεπε να σκοντάψει στη γένεσή της. Θυμάμαι ακόμα καλά: ο Goes να τριγυρνάει συνήθως μέρα μεσημέρι τουλάχιστον για δύο ώρες στο δάσος – κάποιος το ονόμαζε “πάει για δουλειά”. Αυτό το έβρισκα σαν παιδί τρομακτικά cool και ήθελα και εγώ να γίνω ποιητής.
Μερικές φορές τριγυρίζω και εγώ στο δάσος, αλλά αυτό το έγραψα στο Augoustin.
|