Κάποιο πρωί, είχαμε ξημερώσει την νύχτα μέχρι οι μπάτσοι από το τμήμα του Gutenberg έρθουν έρποντας προς εμένα. Πήρα ένα φύλλο χαρτί και ένα στυλό στο χέρι. Είχα γίνει κατά τη διάρκεια της νύχτας συγγραφέας.

Μετά από χρόνια αναζητήσεων και έχοντας κάνει αμέτρητους κύκλους,ήμουν πολύ χαρούμενος, με τα δάκτυλά μου στη δουλειά, να μην χρειάζεται τώρα πια βρομιές να κάνω. Και αυτό ήταν τελικά κάτι από το οποίο δεν μπορούσες να κερδίσεις χρήματα. Αυτό μπορούσα σαν ζωγράφος καλύτερα να κάνω.

Σήμερα δεν ξέρω πια,ποιος υπήρξε τελικά ο καθοριστικός παράγοντας. Αλλά ένας γραμμένος σχεδιαστής, ένας σχεδιασμένος Γραφιάς είναι ο ακριβής όρος για μένα. Θα μπορούσα ήδη νωρίτερα να είχα γίνει. Έχοντας λοιπόν από νωρίτερα το πρόβλημα. Ο αφηγητής έβρισκε περισσότερο χώρο στους πίνακές μου και αυτό ήταν

στην δεκαετία του 80 και ξανά το 90. Πίνακες σαν «φλεγόμενο οινοπνευματοποιείο» απαγορευόταν εντελώς να σχεδιαστούν. Εγώ είχα ωστόσο διαπράξει την ύβρη και γι αυτό έπρεπε να πληρώσω. Κάποιος με αφήνει τη μία αριστερά, την άλλη δεξιά βρίσκομαι. Δεν θα γινόμουν κανένας πρίγκιπας της ζωγραφικής , επειδή μπορούσα να ζωγραφίζω όσο ήθελα.

Σαν αντίδραση ζωγράφισα ένα χρονοβόρο, αποκλειστικά καφέ πίνακα σύμφωνα με το σύνθημα: Το χρώμα είναι ωραίο, αλλά χρειάζεται πολλή δουλειά! Η περίοδος της ισχυρογνωμοσύνης καμιά φορά σχολιάζεται. Βγήκα από τα σκουπίδια και πήρα παλιές ιερές εικόνες, σκεπάζοντάς τες με κάθε λογής παραξενιές και τις κρέμασα ξανά στον τοίχο. Για πολύ καιρό κατάφερνα να δημιουργήσω μόνο μισό πίνακα. Το κορυφαίο έργο αυτής της εποχής ήταν: «μισή Μόνα Λίζα, μισή τιμή», από αυτήν την προσφορά έμεινα αδρανής. Όχι μισό, έμεινα εντελώς άπορος.

Αργότερα αναζητούσα να κάνω τέχνη για τον λαό. Πίνακες όπως: «Ρεμπραντ για τα χέρια» δημιουργήθηκε λοιπόν, αλλά ο λαός δεν ξεκίνησε μαζί μου πολυ εγκάρδια.

Ακολούθησε ο κύβος. Ήμουν της άποψης ότι ο Κυβισμός δεν θεωρούνταν τελικά ότι είναι στο τέλος του, αλλά ήδη ο κύβος ερρίφθη. Κάποτε ήμουν εντελώς και ολοκληρωτικά κουρασμένος, ήθελα απλά να μην στέκομαι όρθιος, ήθελα να κινούμαι με τα αυτιά. Με αυτά ένα γουρούνι κυλιέται και σχεδιάζει ακριβώς μία περίμετρο 100 μέτρων γύρω από το ατελιέ.

Αυτό ήταν το κιβώτιο ταχυτήτων των επιχειρήσεων ενέργειας , κιβώτια με χοντρό αλάτι και βρώμικα αυτοκίνητα.

Τώρα έχω μετατρέψει τον εαυτό μου έγκυρα σε ηλίθιο και ο οικοδεσπότης μου έχει πολύ συμπόνια για μένα. Για ένα σχέδιο μου παίρνω ένα ποτήρι ούζο. Ήταν ο μόνος που καταλάβαινε την ιδιοφυΐα μου.

Επίσης αυτός με υποσχόταν στις πόρνες, με τις οποίες πόρτο πόρτα είχα ζήσει. Έναν καλό λόγο να πει, επειδή καμία κυρία δεν ήταν έτοιμη να ζήσει μαζί μου σε βαθιά φτώχεια! Σ’ αυτόν ήταν εδώ και καιρό ξεκάθαρο, ότι από εδώ πάει ψηλότερα.

Αλλά σαν Έλληνας δεν καταλάβαινε πώς κάποιος μπορούσε να κάνει κάτι, για το οποίο δεν έπαιρνε χρήματα. Και για να το μάθει, με μεθούσε.

Τον σιγούρευα με αξιοπιστία, ότι μία μέρα θα γινόταν πλούσιος με τα σχέδια μου, μία γλώσσα που αμέσως κατάλαβε.

Πάνω στον πάγκο έβαλε ένα κουτί με την επιγραφή: Tomas Kurth-Ouzografie. Εκεί μέσα έβαζε οτιδήποτε είχε την υποψία ότι αργότερα θα γινόταν πολύτιμο. Με την προϋπόθεση ότι θα αποκτούσα φήμη.

Και προσπαθούσα σκληρά. Πάντα, σε κάθε κατάσταση.

Τελευταία αφού επέστρεψα από το νησί μου , δημιούργησα την δική μου γκαλερί :χειροτεχνία για μοναχικά νησιά και ζωγραφική μόνο για τέτοια. Διεύρυνα τη ιδέα του τοπίου, μία από τις κολόνες του δυτικού πολιτισμού. Να διευθετηθούν όλοι οι περιορισμοί. Θα ζούσαμε όλοι σε ένα νησί, όπου όπως οι ψύλλοι που χοροπηδάνε γύρω θα αναζητούσαμε χρήματα και λύτρωση. Εμείς και ένα ζευγάρι εναπομεινάντων λυπημένων ελεφάντων, τους υπόλοιπους τους είχαμε ήδη φάει Όλο μαζί κολυμπάει μέσα στην πλούσια αλμυρή σούπα και κινείται σαν καυτή πατάτα μέσα στο Σύμπαν.

Τώρα αποσπώ τουλάχιστον το χειροκρότημα. Κάποιος με χτύπησε στον ώμο. Αν και ακόμα δεν άλλαξε κανέναν πίνακα ο ιδιοκτήτης, ο τοίχος δίπλα στον κόσμο ήταν ακόμα μάλλον γεμάτος.

Ευτυχώς, τουλάχιστον κανένας πίνακας -ανθρακωρύχος δεν θα πακεταριζόταν εκ νέου μέσα στην σαβούρα για να κλειδωθεί στην αποθήκη. Η καριέρα μου ως συγγραφέα μπορούσε να αρχίσει, ο κόμπος είχε ξηλωθεί!

Γνωρίζετε το ανέκδοτο με το χαρτί? Όχι? Λοιπόν, πάει κάπως έτσι:

Ένας συγγραφέας δούλευε πολλά χρόνια το μυθιστόρημά του. Πάνω από χίλιες σελίδες βρέθηκαν μαζί και καθώς ήταν έτοιμος, έστειλε το χειρόγραφο σε έναν εκδοτικό οίκο. Μετά από εβδομάδες αναμονής πήρε την ακόλουθη απάντηση: “ Δυστυχώς δεν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τα χαρτιά που μας προσφέρατε, γιατί ήδη είναι γραμμένα!”. Ήρθε ξανά πάνω στην γή.

Κάποιος πρέπει αυτά με ευγενή άμιλλα να βλέπει:την μία μέρα κάποιος χάνει , την επόμενη κερδίζει ο άλλος. Έτσι είναι ο κανόνας. Ο Vackor, ο παλιός μου φίλος από τα φοιτητικά μου χρόνια πάντα έλεγε: “Πηγαίνει προς τα κάτω αλλά όχι μόνο μία φορά! “Αυτό ταιριάζει και εδώ.

Λοιπόν, τώρα ήμουν συγγραφέας και δεν είχα πια αυτά τα προβλήματα.

Ένα φύλλο χαρτί και ένα μολύβι ήταν εντάξει. Καθώς βρίσκονταν παντού και επίσης επειδή όπως πολλοί συνάδερφοί μου μπορούσα να μεταφέρω στην ταβέρνα το γραφείο μου. Κάπου-κάπου ένα μικρό σχέδιο ούζου φτιαγμένο σε μία απόδειξη σιγούρευε το πνεύμα και με στόλιζε με δάφνες! Ο Κωνσταντίνος δεν ήταν πια μόνο ο οικοδεσπότης μου, Όχι, σε αυτόν δοκίμαζα πρώτα κάθε ανοησία την οποία πετούσα. Επίσης ο Delf, παλιός ροκάς , 141 χρόνια σε περιοδεία. Τον πήρα και αυτόν πάνω στην σχεδία σαν λέκτορα και συμβουλάτορα. Και συζητούσαμε πολύ, μερικές φορές πάρα πολύ. Αλλά πάντα ουσιαστικά :Λαγνεία, πάθος, τρέλα.

Επίσης ερχόταν τότε συχνά ο φοροεισπράκτορας και έκανε κατάσχεση τα χρήματα τα οποία τόσο επίμονα ζητούσε για να αγοράσει ούζο. Μετά πάντα έπρεπε να περάσουμε σε Βότκα λεμόνι. Μετά πίναμε στην υγεία της εφορίας όπως αρμόζει σε σωστούς μποέμ! Και καπνίζαμε την γόπα μέχρι το φίλτρο. Ακούγαμε πάντα το :knockin' on heaven's door” και βαρούσε δυνατά. Και καθώς δεν μας παρακολουθούσε κανένας ακροατής, μπορούσαμε να βαράμε όση ώρα θέλαμε. Έπρεπε να περιμένουμε καλώς ή κακώς τη Δευτέρα Παρουσία, όπου σκεφτόμασταν να πάμε με το κεφάλι ψηλά και με σημαίες.

Παίρναμε την υποχρέωσή μας σοβαρά, πολύ σοβαρά – Ο Κώστας κατάγεται από την Ελλάδα όπου ήταν η είσοδος του αρχαίου Άδη. Κατά κάποιο τρόπο, υποτάσσεται το ένα στο άλλο με πανέμορφο τρόπο. Είχα επιστρέψει ξανά στις ρίζες του πολιτισμού μας.

Ήταν ο καιρός , που οι φλαμουριές ήταν ανθισμένες. Ολόκληρη η Δυτική Στουτγκάρδη μοσχοβολούσε σαν μενεξές. Με αυτά και διάφορα άλλα την έκανες μία από τις επτά ομορφότερες χώρες του κόσμου. Και ξαφνικά ήμουν κάποιος, τουλάχιστον στην ταβέρνα και στην γύρω περιοχή.

Augoustin, Schlesinger και Er Vaquita , το προσωπικό μου Τρίγωνο των Βερμούδων. Ήταν σαν διακοπές. Ποιος θέλει τη θάλασσα?Πολύ αλμυρή!

Το ατελιέ μου βρισκόταν για κάποιον μοιραίο λόγο ανάμεσα σε δύο ταβέρνες. Το ένα ανήκε στον Αναστάσιο, το άλλο στον Κωνσταντίνο. Ήμουν περικυκλωμένος από ούζο! Ανάμεσά τους βρίσκονταν και τα προαναφερθέντα μπουρδέλα, αυτός είναι ο χούμος της λαμπρής ανάπτυξης της λογοτεχνίας. Από εδώ και πέρα έπρεπε να πιάσω τον ταύρο από τα κέρατα και όχι να τρικλίζω όπως παλιότερα.

Ο αξιοσέβαστος δάσκαλός μου Albrecht Goes, θεματοφύλακας της γερμανικής γλώσσας μου έλεγε πάντα:” Όταν μία πόρτα κλείνει, ποιος λέει ότι την ίδια στιγμή δεν θα ανοίξει και μία άλλη?”. Αυτό ήταν το σενάριο μου, επειδή πάντα έκλειναν δίπλα μου πολλές πόρτες. Καμία φορά βρισκόμουν μπροστά από μία σημαντική πόρτα. Ήταν τελικά τέτοια, που πετούσα τον σπόρο στον δρόμο πάνω από αυτήν. Η σπορά έπρεπε να σκοντάψει στη γένεσή της. Θυμάμαι ακόμα καλά: ο Goes να τριγυρνάει συνήθως μέρα μεσημέρι τουλάχιστον για δύο ώρες στο δάσος – κάποιος το ονόμαζε “πάει για δουλειά”. Αυτό το έβρισκα σαν παιδί τρομακτικά cool και ήθελα και εγώ να γίνω ποιητής.

Μερικές φορές τριγυρίζω και εγώ στο δάσος, αλλά αυτό το έγραψα στο Augoustin.


Tomas Kurth - Ouzografie
Schwabstr.80
70193 Stuttgart

Ein Projekt der » Bildbar.

Ouzografie-Newsletter
Informiert per eMail
anmelden
abmelden
PageRank